Τι πραγματικά αποκάλυψε η κατάρρευση της αεράμυνας στη Βενεζουέλα

Το στρατηγικό μειονέκτημα του κινεζικού μοντέλου διοίκησης και ελέγχου. Δεν έχει σχεδιαστεί για να πολεμά υπό συνθήκες πλήρους αποσύνθεσης του ηλεκτρομαγνητικού περιβάλλοντος

Η «ασπίδα» του Πεκίνου ράγισε: Η διαφημισμένη αεράμυνα της Βενεζουέλας λύγισε σε αμερικανική επιχείρηση

Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης

Για χρόνια, ο στρατός της Βενεζουέλας επένδυε τεράστια κονδύλια σε κινεζικής κατασκευής οπλικά συστήματα, χτίζοντας την εικόνα του «πιο σύγχρονου» αμυντικού πλέγματος στη Νότια Αμερική. Στην καρδιά του σχεδιασμού βρισκόταν το δίκτυο αεράμυνας με αιχμή το αντι-stealth ραντάρ JY-27, που παρουσιαζόταν ως ικανό να «βλέπει» και να αντιμετωπίζει πλατφόρμες χαμηλής παρατηρησιμότητας, όπως το F-22. Παράλληλα, το Σώμα Πεζοναυτών –με τα αμφίβια τεθωρακισμένα VN-16 και VN-18– προβαλλόταν ως βαριά, αξιόμαχη δύναμη, ικανή να στηρίξει επιχειρήσεις και να αποτρέψει κάθε απειλή στην ξηρά.

Η πρόσφατη αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση, ωστόσο, έφερε μια σκληρή προσγείωση. Τα κινεζικά συστήματα περιγράφεται ότι υπέστησαν «παράλυση»: τα ραντάρ τυφλώθηκαν από τα πρώτα λεπτά μέσω ηλεκτρονικού πολέμου, ενώ ο χερσαίος εξοπλισμός –χωρίς ομπρέλα αεροπορικής υπεροχής και χωρίς προστατευτική κάλυψη– δεν απέδωσε όπως είχε προεξοφληθεί. Σε αρκετές περιπτώσεις καταστράφηκε, σε άλλες εγκαταλείφθηκε. Το συμπέρασμα που εξάγουν στρατιωτικοί παρατηρητές είναι σαφές: όταν τα κινεζικά οπλικά συστήματα δοκιμάζονται απέναντι σε αντίπαλο κορυφής, μέσα σε περιβάλλον ηλεκτρομαγνητικής σύγκρουσης και πλήγματος ακριβείας, το τεχνολογικό και επιχειρησιακό κενό γίνεται ορατό και –κυρίως– μετρήσιμο.

«Χάρτινη» γραμμή άμυνας και άβολος απολογισμός για το Πεκίνο

Καθώς οι αμερικανικές επιχειρήσεις εξελίσσονταν με ταχύ ρυθμό, η «ατσάλινη γραμμή άμυνας» που είχε παρουσιαστεί ως καμάρι της Βενεζουέλας κατέρρευσε πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι περίμεναν φίλοι και αντίπαλοι. Αυτό δεν ήταν μόνο στρατιωτικό πλήγμα για το Καράκας· ήταν και μια δυσάρεστη υπενθύμιση για την Κίνα ότι τα «χαρτιά» των εξοπλιστικών παρουσιάσεων δεν ισοδυναμούν με αποτελεσματικότητα στο πεδίο.

Η Βενεζουέλα είχε λειτουργήσει επί χρόνια ως βιτρίνα κινεζικών συστημάτων στη Λατινική Αμερική. Όμως η πραγματικότητα της σύγκρουσης ανέδειξε κάτι που οι στρατοί συχνά υποτιμούν: σε πόλεμο «συστήματος συστημάτων», η αξία δεν κρίνεται μόνο στο κάθε επιμέρους όπλο, αλλά στο πώς όλα δένουν μεταξύ τους, στο πόσο αντέχουν σε παρεμβολές, στο πόσο γρήγορα ανακτούν εικόνα και στο αν μπορούν να συνεχίσουν να μάχονται όταν «σβήνουν τα φώτα».

Η κατάρρευση του μύθου «anti-stealth»: πρώτα τυφλώνεις τα μάτια

Το βασικό αφήγημα της βενεζουελάνικης αεράμυνας στηριζόταν σε ραντάρ κινεζικής παραγωγής (JYL-1 και JY-27), με το δεύτερο να προωθείται ως «stealth killer». Το μήνυμα ήταν ότι μπορεί να εντοπίζει F-22/F-35 από μεγάλες αποστάσεις και να δίνει στοιχεία εμπλοκής σε αντιαεροπορικά συστήματα, ακόμη και ρωσικής προέλευσης, όπως οι S-300.

Διαβάστε επίσης:  Μέλισσες cyborg! Το νέο κατασκοπευτικό εργαλείο της Κίνας μετά τα κουνούπια-drones

Στο πεδίο, όμως, η αλληλουχία φαίνεται πως ήταν διαφορετική: ισχυρός ηλεκτρονικός πόλεμος στην πρώτη φάση, κορεσμός/παρεμβολές που «πνίγουν» τις οθόνες και στη συνέχεια στοχευμένα πλήγματα (με αντιραντάρ/αντιεκπομπής λογική) που αποδομούν τον κύκλο εντοπισμού-παρακολούθησης-εμπλοκής. Με άλλα λόγια: πριν φτάσεις στο «αντι-stealth», φροντίζεις να μην μπορεί ο αντίπαλος καν να δει, να αξιολογήσει και να διοικήσει. Εκεί κρίθηκε ότι «έσπασε» ο κορμός της αεράμυνας.

Τεθωρακισμένα χωρίς ουρανό: το ατσάλι γίνεται βάρος

Τα VN-16/VN-18 και το ευρύτερο κινεζικό πακέτο μηχανοκίνητων μέσων είχαν δημιουργήσει την εντύπωση μιας ισχυρής χερσαίας εφεδρείας. Όμως ο σύγχρονος πόλεμος τιμωρεί την απομόνωση: χωρίς αεροπορική κάλυψη, χωρίς έγκαιρη προειδοποίηση και χωρίς αξιόπιστη εικόνα στόχων, ακόμη και ακριβά μέσα μετατρέπονται σε «στόχους υψηλής αξίας». Οι αναφορές για εγκαταλείψεις οχημάτων μετά από αεροπορικά πλήγματα –και όχι μετά από κλασικές συγκρούσεις τεθωρακισμένων– δείχνουν πόσο γρήγορα μπορεί να καταρρεύσει το ηθικό και η συνοχή όταν χάνεται ο έλεγχος του χώρου και της πληροφορίας. Το ίδιο μοτίβο περιγράφεται και για συστήματα πυρός όπως το SR-5: χωρίς δεδομένα στοχοποίησης και σύνδεση με δίκτυο πληροφοριών, η ισχύς πυρός μένει «κουφή» και πρακτικά αναποτελεσματική.

Αεροπορία και ναυτικό: μέσα άλλης εποχής σε πόλεμο νέας γενιάς

Η καθηλωμένη αεροπορία με K-8W –σχεδιασμένα κυρίως για αποστολές χαμηλής έντασης– αναδεικνύει το πρόβλημα του «λάθος εργαλείου για λάθος πόλεμο». Αν ο αντίπαλος εξασφαλίσει αεροπορική υπεροχή, το παιχνίδι τελειώνει γρήγορα για πλατφόρμες που δεν έχουν επιβιωσιμότητα σε περιβάλλον υψηλής απειλής. Αντίστοιχα, ακόμη και οπλισμένα περιπολικά με C-802A δεν μπορούν να λειτουργήσουν όπως διαφημίζονται, όταν ο αντίπαλος διαθέτει συντριπτική επίγνωση πεδίου μάχης και δυνατότητες ηλεκτρονικής καταστολής.

Το πραγματικό πρόβλημα: όχι το «όπλο», αλλά το δίκτυο που δεν άντεξε

Η πιο ουσιαστική ανάγνωση δεν είναι «τα κινεζικά όπλα είναι κακά». Είναι ότι η συνολική αρχιτεκτονική διοίκησης-ελέγχου, η διαλειτουργικότητα και η ανθεκτικότητα του δικτύου υπό πίεση δεν στάθηκαν στο επίπεδο που απαιτεί μια αναμέτρηση με στρατό κορυφής. Η Κίνα μπορεί να παραδίδει αξιόλογο hardware· όμως το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο καλά αυτό «δένει» σε ένα επιχειρησιακό σύστημα που επιβιώνει όταν ο αντίπαλος επιτίθεται πρώτα στην πληροφορία, στις επικοινωνίες και στην ηλεκτρομαγνητική σφαίρα.

Κι αυτό είναι το μήνυμα που μένει: στον σύγχρονο πόλεμο, η αεράμυνα δεν είναι ένα ραντάρ και ένας πύραυλος. Είναι μια αλυσίδα. Αν σπάσει ο κρίκος της επίγνωσης και της διοίκησης, η «ισχυρότερη άμυνα» καταλήγει να είναι –στην πράξη– μια βιτρίνα.