Του Μάριου Πούλλαδου
Η υπόθεση της διαρροής του επίμαχου βίντεο στην Κύπρο, που προκάλεσε πολιτικό σεισμό και κινητοποίησε τις υπηρεσίες ασφαλείας, δύσκολα μπορεί να διαβαστεί ως ένα απλό επεισόδιο εσωτερικής αντιπαράθεσης. Οι ενδείξεις που εξετάζονται περί πιθανής υβριδικής επίθεσης με ξένο αποτύπωμα, μεταφέρουν το γεγονός σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο: εκεί όπου η πληροφορία εργαλειοποιείται ως όπλο πίεσης, πόλωσης και θεσμικής αποσταθεροποίησης.
Η χρονική στιγμή, ο τρόπος διαρροής, η αξιοποίηση ανώνυμων ψηφιακών λογαριασμών και η αστραπιαία διεθνής αναπαραγωγή συνθέτουν ένα «πακέτο» γνωστών χαρακτηριστικών. Πρόκειται για πρακτικές που έχουν καταγραφεί σε προηγούμενες επιχειρήσεις χειραγώγησης πληροφορίας σε κράτη-μέλη της ΕΕ, με στόχο όχι απλώς την επικοινωνιακή ζημιά, αλλά τη διάβρωση της εμπιστοσύνης σε θεσμούς και τη δημιουργία μόνιμης αμφιβολίας.
Ο αόρατος πόλεμος της πληροφορίας
Τέσσερα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει μόνο έναν συμβατικό πόλεμο. Παράλληλα διεξάγεται ένας διαρκής, συστηματικός πόλεμος πληροφοριών, που κινείται κάτω από την επιφάνεια: αλγόριθμοι, σκοτεινά δίκτυα διανομής, πλατφόρμες, «εργοστάσια περιεχομένου».
Η παραπληροφόρηση και η ξένη χειραγώγηση πληροφορίας (FIMI) έχουν πάψει να είναι μεμονωμένα «ψηφιακά περιστατικά». Είναι οργανωμένες επιχειρήσεις με σαφή στρατηγική στόχευση: να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, να εντείνουν την πόλωση και να αποδυναμώσουν τη συνοχή της ΕΕ.
Το αδιέξοδο της αποσπασματικής ανάγνωσης
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του EU DisinfoLab, ένα από τα βασικά κενά της ευρωπαϊκής προσέγγισης είναι ο τρόπος καταγραφής των περιστατικών: συχνά εντοπίζονται και δημοσιοποιούνται μεμονωμένα βίντεο, άρθρα ή αναρτήσεις, χωρίς να εντάσσονται σε ενιαίο αναλυτικό πλαίσιο.
Το αποτέλεσμα είναι διπλό: από τη μία εμφανίζονται πολλαπλές αποδόσεις ευθύνης για τα ίδια συμβάντα, από την άλλη διογκώνεται τεχνητά η εικόνα της απειλής, με συνέπεια να θολώνει η πραγματική κατανόηση του φαινομένου και να αποπροσανατολίζεται η χάραξη πολιτικής.
IMS: η «αλυσίδα εφοδιασμού» της παραπληροφόρησης
Για να καλυφθεί αυτό το κενό, η έκθεση εισάγει την έννοια του Information Manipulation Set (IMS). Πρόκειται για ένα ενδιάμεσο επίπεδο ανάλυσης, που δεν εστιάζει μόνο στον τελικό κρατικό δρώντα, αλλά στη λειτουργική αρχιτεκτονική των επιχειρήσεων χειραγώγησης.
Ένα IMS περιλαμβάνει εργαλεία και τεχνικές, υποδομές φιλοξενίας, δίκτυα διανομής, ενδιάμεσους φορείς, ακόμη και οικονομικούς μηχανισμούς. Με απλά λόγια, μοιάζει με αλυσίδα εφοδιασμού: αν «σπάσει» ένας κρίκος, αντικαθίσταται χωρίς να καταρρεύσει το σύστημα.
Τα τρία επίπεδα: τακτικό – επιχειρησιακό – στρατηγικό
Η ανάλυση διαχωρίζεται σε τρία επίπεδα:
- Τακτικό: το περιεχόμενο που φτάνει στον πολίτη (βίντεο, άρθρα, αναρτήσεις).
- Επιχειρησιακό: οι συνδέσεις πίσω από το περιεχόμενο (κοινές υποδομές, δίκτυα, τεχνικές).
- Στρατηγικό: ο πολιτικός ή γεωπολιτικός σκοπός της επιχείρησης.
Κομβικό θεωρείται το επιχειρησιακό επίπεδο, γιατί εκεί εντοπίζονται οι πραγματικές ευπάθειες: τα σημεία που μπορεί να χτυπηθεί αποτελεσματικά το δίκτυο.
Ρωσικά IMS και ευρωπαϊκό «παράδοξο»
Η πιλοτική μελέτη του EU DisinfoLab χαρτογράφησε πέντε βασικά ρωσικά IMS (όπως τα «Doppelganger», «Storm-1516», «Overload»). Παρά τις διαφορετικές τακτικές τους — από ψεύτικες ιστοσελίδες μέχρι μαζική παραγωγή βίντεο και υπερφόρτωση fact-checkers — έχουν έναν κοινό παρονομαστή: στηρίζονται σε ευρωπαϊκή ψηφιακή υποδομή.
Υπηρεσίες φιλοξενίας, cloaking, διαφήμισης και διανομής που εδρεύουν εντός ΕΕ, χρησιμοποιούνται για να υπονομεύσουν τις ίδιες τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Εδώ προκύπτει ένα θεσμικό παράδοξο: η ενιαία αγορά υπηρεσιών μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο εναντίον της ίδιας της πολιτικής σταθερότητας της Ένωσης.
Proxies και «επιχειρηματίες επιρροής»
Κρίσιμο συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι οι επιχειρήσεις αυτές δεν εκτελούνται πάντα απευθείας από το κράτος. Συχνά λειτουργούν μέσω ιδιωτικών ή ημιεπίσημων δομών, με ανάθεση έργου (outsourcing) και χρήση proxies. Έτσι δημιουργείται ένα αποκεντρωμένο οικοσύστημα, με δική του δυναμική, που επιτρέπει στρατηγική ασάφεια και «εύλογη άρνηση» εμπλοκής.
Το παράδειγμα του δικτύου γύρω από τον Γεβγκένι Πριγκόζιν και το Project Lakhta δείχνει ότι ακόμη κι όταν ένας πυρήνας «κόβεται», οι μέθοδοι, οι δομές και τα δίκτυα επιβιώνουν ως πολλαπλασιαστές επιρροής, προσαρμόζονται και ανασυντίθενται.
Αυτό δημιουργεί και σοβαρό ζήτημα λογοδοσίας: η ευθύνη διαχέεται ανάμεσα σε χρηματοδότες, τεχνικούς παρόχους, δημιουργούς περιεχομένου και δίκτυα αναπαραγωγής, άρα γίνεται δυσκολότερη τόσο η απόδοση ευθυνών όσο και η εφαρμογή ουσιαστικών μέτρων.
Κυρώσεις: ισχυρό εργαλείο, αδύναμη εφαρμογή
Η έκθεση είναι ιδιαίτερα επικριτική για την αποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών κυρώσεων. Οι κυρώσεις σε πρόσωπα έχουν συχνά μικρό πρακτικό αντίκτυπο, ενώ οι κυρώσεις σε οργανισμούς δεν συνεπάγονται απαραίτητα πραγματικό αποκλεισμό από υπηρεσίες.
Proxies, εταιρείες-βιτρίνα και τρίτοι πάροχοι επιτρέπουν παρακάμψεις, ενώ η εφαρμογή των κυρώσεων παραμένει κατακερματισμένη σε εθνικό επίπεδο, χωρίς ενιαίο σύστημα παρακολούθησης και επιβολής.
Γι’ αυτό το EU DisinfoLab εισηγείται μόνιμους μηχανισμούς συνεργασίας, ενίσχυση της αποδεικτικής αξίας των OSINT ερευνών και υποχρεωτική σήμανση IMS από τις πλατφόρμες, ώστε να αυξηθεί το λειτουργικό κόστος των δραστών και να περιοριστεί η δυνατότητα να «ξαναστήνουν» τα ίδια δίκτυα με άλλο όνομα.
Η κυπριακή διάσταση
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυπριακή υπόθεση αποκτά ειδικό βάρος. Τα στοιχεία της — επιλεκτικό μοντάζ, ανωνυμία, χρονισμός, διεθνής διάδοση — μοιάζουν με τεχνικές που έχουν αποδοθεί σε γνωστά IMS.
Η Κύπρος, λόγω γεωπολιτικής θέσης, μεγέθους αλλά και θεσμικού ρόλου μέσα στην ΕΕ, μπορεί να θεωρείται ελκυστικός στόχος για δοκιμή και εφαρμογή τέτοιων επιχειρήσεων.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι καθαρό: όσο η Ευρώπη αντιμετωπίζει την παραπληροφόρηση ως πρόβλημα επικοινωνίας και όχι ως δομική απειλή ασφάλειας, τα δίκτυα χειραγώγησης θα εξελίσσονται.
Η μετάβαση από την αποσπασματική αντίδραση στη στρατηγική πρόληψη δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι πολιτική επιλογή — με άμεσες συνέπειες για τη δημοκρατία, την κυριαρχία και τη θεσμική αντοχή, τόσο της Ευρώπης όσο και της Κύπρου, ειδικά σε μια περίοδο όπου η Λευκωσία έχει αυξημένο θεσμικό ρόλο στο ευρωπαϊκό πεδίο.