Συμφωνία συνεργασίας στα θέματα της αμυντικής βιομηχανίας υπέγραψε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, με τον υπουργό Άμυνας της Ινδίας, Ράτζναθ Σινγκ, στο Νέο Δελχί, εξηγώντας ότι «είναι η πρώτη από μια σειρά συμφωνιών που διαπραγματευόμαστε».
Μετά τη συνάντηση τους, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας τόνισε ότι «οι σχέσεις μας με την Ινδία είναι σχέσεις που μπορούν να αποτελέσουν μια μεγάλη ευκαιρία για την Ελλάδα σε διμερές επίπεδο, ανταλλαγής εμπειριών, αλλά και βοήθειας στις ινδικές εταιρείες για να έρθουν να επενδύσουν στην Ελλάδα και να μπορέσουμε από κοινού να δημιουργήσουμε καινοτόμα προϊόντα».
Μιλώντας για την επίσκεψη στην Ινδία, ο κ. Δένδιας μεταξύ άλλων ανέφερε ότι είχε την ευκαιρία να συναντήσει τον υπουργό Εξωτερικών, τον Σουμπραχμανιάμ Τζαϊσάνκαρ και επισκέφθηκε «εταιρείες και το οικοσύστημα καινοτομίας της χώρας», ενώ υπογράμμισε ότι ήρθε «σε επαφή με τον τρόπο που σκέφτονται, με το τρόπο που αναπτύσσουν και μεταρρυθμίζουν τις Ένοπλες Δυνάμεις τους».
Για τη συνάντηση με τον υπουργό Άμυνας Ινδίας, ο κ. Δένδιας εξήγησε ότι είχαν «μια βαθιά και ειλικρινή ανταλλαγή απόψεων» και ανέλυσε ότι «η Ινδία ως χώρα παρουσιάζει ένα τεράστιο ενδιαφέρον. Για την Ελλάδα το να έχει μια στενή επαφή με μια χώρα ενός δισεκατομμυρίου τετρακοσίων εκατομμυρίων κάτοικων, με Ένοπλες Δυνάμεις που αγγίζουν σχεδόν το 1,5 εκατομμύριο, είναι κάτι το εξαιρετικά σημαντικό. Επίσης μοιραζόμαστε συστήματα. Η ινδική Πολεμική Αεροπορία επίσης διαθέτει Rafale, όπως και εμείς».
Ο κ. Δένδιας στις δηλώσεις του υπογράμμισε: «Η σχέση με την Ινδία είναι μια σχέση στρατηγική. Μια σχέση μακρινού ορίζοντα για την Ελλάδα. Μια σχέση, η οποία νομίζω μπορεί να αλλάξει σε μεγάλο βαθμό και την πραγματικότητα των οικονομικών δεδομένων ανάμεσα στις δυο χώρες».
Ο υπουργός Εθνικής ‘Αμυνας επισκέφτηκε επίσης σήμερα, το Κέντρο Αμυντικής Παραγωγής του υπουργείου Άμυνας της Ινδίας, στο Νέο Δελχί, όπου παρακολούθησε παρουσιάσεις σχετικά με τις προοπτικές συνεργασίας στην αμυντική καινοτομία και στην τεχνολογία.
Παρόντες ήταν οι επικεφαλής, οι διευθύνοντες σύμβουλοι, οι γενικοί διευθυντές και οι επικεφαλής Ανάπτυξης από τις Δημόσιες Επιχειρήσεις του Αμυντικού Τομέα της Ινδίας, αλλά και μέλη ιδιωτικών επιχειρήσεων καινοτομίας.
Κατά τη συνάντηση στο Κέντρο Αμυντικής Παραγωγής του υπουργείου Άμυνας της Ινδίας, ο κ. Δένδιας αναφέρθηκε στη μεταρρύθμιση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων με την «Ατζέντα 2030», όπως και στη νέα φάση των σχέσεων της Ελλάδας με την Ινδία, την οποία εγκαινίασε κατά τη θητεία του ως υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης της Ελλάδας, με τον τότε και νυν υπουργό Εξωτερικών της Ινδίας Dr. Τζαϊσάνκαρ.
Σχετικά με την «Ατζέντα 2030», ο κ. Δένδιας αναφέρθηκε επίσης στην «Ασπίδα του Αχιλλέα», μια «ασπίδα» πέντε επιπέδων που καλύπτει τη χώρα μας έναντι όλων των εν δυνάμει απειλών (διάστημα, κυβερνοχώρος, εναέριος χώρος, ξηρά, θάλασσα και κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας).
O Έλληνας υπουργός επισήμανε μεταξύ άλλων τη σημασία της επικοινωνίας ανάμεσα στις μεγάλες εταιρείες και στα αμυντικά οικοσυστήματα των δύο κρατών – όπως και μεταξύ των νεοφυών επιχειρήσεων Ελλάδας και Ινδίας – και στην ενθάρρυνση της δημιουργίας ενός Forum, μέσω του οποίου θα πραγματοποιείται αυτή η επικοινωνία.
Αναφέρθηκε ακόμη στις δυνατότητες συνεργειών που υπάρχουν μεταξύ των οικοσυστημάτων και στην ανάγκη δημιουργίας μόνιμου μηχανισμού επαφών και ασκήσεων μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεων των δύο κρατών.
Στη συνέχεια, ο κ. Δένδιας επισκέφθηκε την Εθνική Πινακοθήκη Μοντέρνας Τέχνης και την έκθεση «Γκίκας: Ταξίδι στην Ινδία», για τον μεγάλο Έλληνα ζωγράφο Νίκο Χατζηκυριάκο – Γκίκα και μετέβη στο Εθνικό Μνημείο Πεσόντων της Ινδίας, όπου κατέθεσε στέφανο.
Ινδικά ΜΜΕ: ”Οι αμυντικοί δεσμοί μεταξύ Ν.Δελχί και Αθήνας έχουν σημειώσει σταθερή δυναμική τους τελευταίους μήνες!”
Αλλάζουν όλα: Ελλάδα-Ινδία εξετάζουν την συμπαραγωγή περιφερόμενων πυρομαχικών – Το στρατηγικό μήνυμα
Σύμφωνα με το δημοσίευμα του Indian Defence Research Wing (IDRW), η Αθήνα φέρεται να εξετάζει όχι μόνο προμήθεια ινδικών συστημάτων, αλλά και συν-ανάπτυξη και μοντέλα τοπικής παραγωγής/συναρμολόγησης που θα «χτίζουν» ελληνική δυνατότητα υποστήριξης, συντήρησης και διατήρησης (sustainment) σε βάθος χρόνου, ενώ παράλληλα θα ανοίγουν για τους Ινδούς κατασκευαστές «πόρτα» προς την ευρωπαϊκή αγορά.
Γιατί τα loitering munitions μπαίνουν στο επίκεντρο
Η ουσία αυτών των συστημάτων είναι ότι δίνουν σε έναν στρατό επίμονη επιτήρηση και άμεση κρούση σε ένα πακέτο: βλέπεις–ταυτοποιείς–χτυπάς, χωρίς να χρειάζεται ξεχωριστή πλατφόρμα ISR και ξεχωριστό όπλο. Αυτό τα κάνει ιδιαίτερα ελκυστικά για αποστολές τακτικής ευελιξίας (μεσαίες αποστάσεις) αλλά και για μεγαλύτερη εμβέλεια/αντοχή (long-range προφίλ), όπου κρίσιμα είναι οι ασφαλείς επικοινωνίες, η ανθεκτικότητα σε παρεμβολές και η προηγμένη ολοκλήρωση στο σύστημα διοίκησης και ελέγχου.
Το ελληνικό πλαίσιο: ήδη «τρέχει» η ανάγκη για LM
Η ελληνική πλευρά δεν ξεκινά από το μηδέν ως προς το ενδιαφέρον. Στο ευρύτερο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού, η προμήθεια loitering munitions καταγράφεται ως επιμέρους προτεραιότητα για τον Στρατό Ξηράς, ενώ σε επίπεδο αποφάσεων έχει δημοσιοποιηθεί ότι τον Δεκέμβριο 2024 το ΚΥΣΕΑ ενέκρινε την απόκτηση 600 Switchblade 300/600 μέσω αμερικανικής χρηματοδότησης (FMF), εξέλιξη που δείχνει πως το επιχειρησιακό “use case” έχει ήδη κλειδώσει.
Παράλληλα, σε σχεδιασμούς που έχουν παρουσιαστεί δημόσια, εμφανίζονται και άλλα LM (π.χ. SkyStriker ως επιλογή πυρομαχικών σε ευρωπαϊκή διαμόρφωση PULS), κάτι που επιβεβαιώνει ότι τα «περιφερόμενα» έχουν μπει σταθερά στη λογική των νέων δυνατοτήτων.
Η ινδική «δεξαμενή» συστημάτων και τι σημαίνει για συμπαραγωγή
Η Ινδία προσέρχεται στις επαφές με αναπτυσσόμενο χαρτοφυλάκιο εγχώριων λύσεων από ιδιωτικές και κρατικές εταιρείες, με έμφαση σε αρθρωτές κεφαλές, προσαρμόσιμη καθοδήγηση και κλιμακούμενα προφίλ εμβέλειας. Ενδεικτικά, έχει δημοσιοποιηθεί ότι ινδικές εταιρείες έχουν λάβει παραγγελίες/συμβάσεις για loitering munitions για τις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας.
Το “ζουμί” της συζήτησης (όπως το περιγράφει το IDRW) δεν είναι μια κλασική αγορά «ράφι-ράφι», αλλά ένα σχήμα όπου σχεδίαση, δοκιμές, παραγωγή και υποστήριξη κύκλου ζωής μοιράζονται ανάμεσα στις δύο βιομηχανίες. Για την Αθήνα, αυτό μεταφράζεται σε μεγαλύτερη επιχειρησιακή αυτονομία και δυνατότητα εγχώριας υποστήριξης. Για το Νέο Δελχί, είναι βήμα να πλασάρει αμυντικά προϊόντα ως συνεργατικές πλατφόρμες και όχι απλώς ως εξαγωγές.
Η Ινδία συγκαταλέγεται πλέον στις ελάχιστες χώρες παγκοσμίως που διαθέτουν πλήρες, αυτάρκες και πολυεπίπεδο βαλλιστικό πυραυλικό πρόγραμμα, καλύπτοντας όλο το φάσμα από τακτικούς πυραύλους μικρού βεληνεκούς έως συστήματα διηπειρωτικής εμβέλειας και υποβρυχίως εκτοξευόμενους πυραύλους. Το πρόγραμμα αυτό αποτελεί βασικό πυλώνα της ινδικής στρατηγικής αποτροπής και έχει αναπτυχθεί κυρίως υπό την ευθύνη της DRDO (Defence Research and Development Organisation). Οι βάσεις του ινδικού πυραυλικού προγράμματος τέθηκαν τη δεκαετία του 1980 με το Integrated Guided Missile Development Program (IGMDP). Αρχικός στόχος ήταν η μείωση της τεχνολογικής εξάρτησης από ξένες δυνάμεις και η δημιουργία αξιόπιστης αποτροπής απέναντι σε περιφερειακές απειλές, κυρίως το Πακιστάν και την Κίνα.
Η Ινδία ακολουθεί επίσημα το πυρηνικό δόγμα No First Use (NFU), γεγονός που καθιστά τους βαλλιστικούς πυραύλους όχι όπλα πρώτου πλήγματος, αλλά μέσα εγγυημένης ανταπόδοσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η έμφαση δεν δίνεται μόνο στην ισχύ, αλλά και στην επιβιωσιμότητα, την ταχύτητα αντίδρασης και την αξιοπιστία.
Η Ινδία σήμερα διαθέτει τέσσερις οικογένειες βαλλιστικών πυραύλων. Τους τακτικούς βαλλιστικούς πυραύλους Prithvi και Pralay, την οικογένεια Agni και τους υποβρυχίως εκτοξευόμενους βαλλιστικούς πυραύλους Κ-4.
Ο Pralay (Αποκάλυψη) είναι ο πιο σύγχρονος τακτικός βαλλιστικός πύραυλος της Ινδίας ο οποίος μπήκε σε παραγωγή το 2022. Είναι ένας πύραυλος στερεών καυσίμων δύο σταδίων με εμβέλεια έως 500 χιλιόμετρα ανάλογα με το βάρος της κεφαλής που μεταφέρει. Μπορεί να φέρει κεφαλή υψηλής εκρηκτικότητας-θραυσματοποίησης, bunker baster και μεταφοράς υποπυρομαχικών. Ο πύραυλος σύμφωνα με τους ινδούς θεωρείται μη ανασχέσιμος από τα συστήματα αντιβαλλιστικής άμυνας με ταχύτητα που υπερβαίνει τα 6 μαχ και δυνατότητα ελιγμών στην τελική φάση της πτήσης. Το βάρος του πυραύλου είναι 5,5 τόνοι και μεταφέρεται από όχημα τύπου TEL 12×12. Η καθοδήγηση του Pralay είναι INS στην ενδιάμεση πτήση και TERCOM, Radar Imaging στην τελική φάση. Το CEP του πυραύλου είναι μικρότερο των 10 μέτρων.
Η μεγαλύτερη και πιο γνωστή οικογένεια ινδικών βαλλιστικών πυραύλων είναι η οικογένεια Agni. Η οποία απαρτίζεται από τους Agni I/II, Agni III/IV, Agni P και Agni V. Είναι η οικογένεια πυραύλων που απαρτίζει την βασική ινδική πυρηνική αποτροπή σε εμβέλειες από 1000 έως 5.500 χιλιόμετρα. Οι Agni I/II και Agni P είναι SRBM. Οι πρώτοι μπήκαν σε υπηρεσία το 1979 έχουν μήκος 15 μέτρα και βάρος 12 τόνους. Έχουν εμβέλεια έως 1200 χιλιόμετρα και ύψος πτήσης στα 370 χιλιόμετρα. Επιτυγχάνουν μέγιστη ταχύτητα κατά την επανείσοδο της τάξης των 7,3 μαχ και φέρουν συμβατική, θερμοβαρική, πυρηνική κεφαλή ή κεφαλή υποπυρομαχικών. Ο πύραυλος χρησιμοποιεί από στερεό καύσιμο μονού σταδίου και η καθοδήγηση γίνεται με RLG-INS στην ενδιάμεση φάση πτήσης και Radar Scene Matching στην τελική προσφέροντας CEP 25 μέτρων. Το όπλο μεταφέρεται από κινούμενο εκτοξευτή TEL 8×8. Ο Agni P είναι ο νεότερος και ικανότερος SRBM της οικογένειας. Έχει βάρος 11 τόνους, μήκος 10,5 μέτρα και εμβέλεια έως 2000 χιλιόμετρα. Ο πύραυλος χρησιμοποιεί στερεό καύσιμο και κινητήρα διπλού σταδίου και η καθοδήγηση γίνεται με RLG-INS και GPS/IRNSS και επιτυγχάνει CEP 10 μέτρων. Φέρει κεφαλή 1500-3000 κιλών η οποία αποτελείται από δύο MIRV και στο μέλλον MARV είτε υψηλής εκρηκτικότητας είται θερμοβαρικά είτε πυρηνικά.
Ο Agni III είναι MRBM βάρους 50 τόνων και μήκους 17 μέτρων και διαμέτρου 2 μέτρων. Διαθέτει συμβατική ή θερμοβαρική ή πυρηνική κεφαλή βάρους 2,5 τόνων. Ο κινητήρας είναι πολλαπλών σταδίων στερού καυσίμου και επιτυγχάνει εμβέλεια 3500 χιλιομέτρων και μέγιστο ύψος πτήσης στα 450 χιλιόμετρα. Η καθοδήγηση είναι RLG-INS και GNSS για την ενδιάμεση φάση και IIR Homing και Radar Scene matching για την τελική επιτυγχάνοντας ακρίβεια CEP 40 μέτρων. Το όπλο φέρεται είτε από TEL 8×8 είτε από εκτοξευτή σταθερής τροχιάς.
Ο Agni IV είναι MRBM βάρους 17 τόνων και μήκους 20 μέτρων. Διαθέτει συμβατική ή θερμοβαρική ή πυρηνική κεφαλή βάρους 800 κιλών. Ο κινητήρας είναι πολλαπλών σταδίων στερού καυσίμου και επιτυγχάνει εμβέλεια 4000 χιλιομέτρων και μέγιστο ύψος πτήσης στα 900 χιλιόμετρα. Η καθοδήγηση είναι RLG-INS και GNSS για την ενδιάμεση φάση επιτυγχάνοντας ακρίβεια CEP περίπου 100 μέτρων. Το όπλο φέρεται είτε από TEL 8×8 είτε από εκτοξευτή σταθερής τροχιάς.
Ο Agni V είναι MRBM βάρους 50-56 τόνων και μήκους 17.5 μέτρων και διαμέτρου 2 μέτρων. Διαθέτει πολλαπλές κεφαλές με συμβατική, θερμοβαρική ή πυρηνική γόμωση. Ο κινητήρας είναι τριών σταδίων στερού καυσίμου και επιτυγχάνει εμβέλεια 5500 χιλιομέτρων και κατά άλλες πηγές φτάνει έως τα 7-8.000 χιλιόμετρα κατηγοριοποιώντας το όπλο σε ICBM. Η καθοδήγηση είναι RLG-INS και GNSS για την ενδιάμεση φάση. Στην τελική φάση της πτήσης οι κεφαλές επιτυγχάνουν τερματική ταχύτητα 24 μαχ. Το όπλο φέρεται είτε από TEL 8×8 είτε από εκτοξευτή σταθερής τροχιάς.
Η Τρίτη διάσταση της ινδικής πυρηνικής αποτροπής είναι ο υποβρυχίως εκτοξευόμενος βαλλιστικός πύραυλος Κ-4. Είναι ένας IRSLΒM (Intermediate range Submarine Launched Ballistic Missile) με πυρηνική κεφαλή και μέγιστη εμβέλεια 3.500 χιλιόμετρα. Φέρει κεφαλή βάρους 2,5 τόνων και κινείται από κινητήρα στερεού καυσίμου δύο σταδίων. Έχει βάρος 17 τόνους μήκος 12 μέτρα και διάμετρο 1,3 μέτρα. Η καθοδήγηση είναι RLG-INS και GNSS για την ενδιάμεση φάση και IIR Homing και TERCOM για την τελική φάση.
Στρατηγικός ρόλος για την Ελλάδα στον διάδρομο IMEC – Το 3+1 στο επίκεντρο νομοσχεδίου των ΗΠΑ
Κεντρικό ρόλο για την Ελλάδα και το περιφερειακό σχήμα συνεργασίας 3+1 με Κύπρο, Ισραήλ και τις ΗΠΑ προβλέπει το νομοσχέδιο «Eastern Mediterranean Gateway Act», το οποίο προωθείται στο αμερικανικό Κογκρέσο στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατηγικής για τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC).
Το κείμενο του νόμου καλεί την αμερικανική διπλωματία να αναβαθμίσει την Ανατολική Μεσόγειο σε σταθερή προτεραιότητα εξωτερικής πολιτικής, αναγνωρίζοντας την Ελλάδα ως βασική πύλη εισόδου του διαδρόμου στην ευρωπαϊκή ήπειρο και το σχήμα 3+1 ως θεμέλιο ασφάλειας, ενεργειακής συνεργασίας και γεωπολιτικής σταθερότητας στην περιοχή.
Ειδικότερα, το συγκεκριμένο νομοσχέδιο με τίτλο «Eastern Mediterranean Gateway Act» φιλοδοξεί να κατοχυρώσει θεσμικά την Ανατολική Μεσόγειο ως στρατηγική πύλη εισόδου στον υπό διαμόρφωση διάδρομο IMEC μέσω της ένταξης της περιοχής στον αμερικανικό σχεδιασμό διασυνδεσιμότητας και ασφάλειας.
H Ελλάδα κομβικό “σταυροδρόμι” του IMEC: Ο πρωταγωνιστικός ρόλος στον οικονομικό διάδρομο Ινδία-Μέση Ανατολή-Ευρώπη, που δρομολογούν οι ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα
Ο Πειραιάς, η Ελευσίνα, αλλά και το Θριάσιο είναι ένα μικρό, αλλά καίριο και ιδιαίτερα σημαντικό κομμάτι ενός ευρύτερου και πολυσύνθετου γεωπολιτικού παζλ. Το παζλ αυτό ακούει στο όνομα «Οικονομικός Διάδρομος Ινδία – Μέση Ανατολή – Ευρώπη» (India – Middle East – Europe Corridor, IMEC) και είναι ένα φιλόδοξο σχέδιο για έναν τεράστιο εμπορικό και οικονομικό δρόμο, στον οποίο η Ελλάδα επιθυμεί διακαώς να ενταχθεί και να αποτελέσει έναν κρίσιμο κρίκο σε αυτήν την αλυσίδα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες στηρίζουν αυτό το σχέδιο και αυτοτελώς και ως αντίβαρο στην κινεζική επιρροή μέσω του σχεδίου «Μία Ζώνη, ένας Δρόμος» (One Belt, One Road) και είναι εμφανές ότι υπολογίζουν την Ελλάδα ως βασική παράμετρο αυτού του σχεδιασμού. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποδίδει πολύ μεγάλη σημασία στο έργο αυτό – και μάλιστα πολυεπίπεδη. «Ο διάδρομος IMEC αποτελεί ένα φιλόδοξο έργο γενεών, το οποίο συνδέει τον Ινδο-Ειρηνικό, την Ινδία, τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη μέσω Μεσογείου. Η Ελλάδα έχει να διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο όσον αφορά τις υποδομές logistics, τα λιμάνια μας, τα τρένα μας, τα ενεργειακά μας δίκτυα, τις υποδομές για διαχείριση δεδομένων», έχει τονίσει χαρακτηριστικά ο πρωθυπουργός. Κομμάτι του IMEC είναι, εξάλλου, και το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ.
Πώς ξεδιπλώνεται στην πράξη ο IMEC;
Το ένα σκέλος αφορά την ανατολική θαλάσσια οδό, που ενώνει τα δυτικά λιμάνια της Ινδίας με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Από εκεί θα δημιουργηθεί ένα σιδηροδρομικό δίκτυο μήκους περίπου 2.600 χιλιομέτρων, από το λιμάνι Τζέμπελ Αλι στο Ντουμπάι, μετά στη Σαουδική Αραβία και κατόπιν στην Ιορδανία και στο Ισραήλ. Η επίσκεψη του πρίγκιπα διαδόχου της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, στον Λευκό Οίκο, η θερμή υποδοχή του από τον πρόεδρο των ΗΠΑ και οι συμφωνίες δισεκατομμυρίων που υπέγραψε φέρεται να αναθερμαίνουν και τον ρόλο της Σαουδικής Αραβίας στον IMEC και τα έργα που πρέπει να κάνει για να τον υποστηρίξει. Το άλλο σκέλος είναι το βόρειο θαλάσσιο τμήμα που συνδέει το λιμάνι της Χάιφα στο Ισραήλ με σημαντικά ευρωπαϊκά λιμάνια, ένα από τα οποία είναι ο Πειραιάς. Εδώ ο όλος σχεδιασμός είχε ουσιαστικά παγώσει την τελευταία διετία λόγω του πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας, ωστόσο η ειρηνευτική συμφωνία αναζωογονεί και το ενδιαφέρον του Ισραήλ για τον IMEC. Η αναθέρμανση των σχέσεων ΗΠΑ – Σαουδικής Αραβίας και η ειρήνευση στη Λωρίδα της Γάζας «κουμπώνουν» με μια τρίτη εξέλιξη, το εμπορικό και επενδυτικό ενδιαφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών για το λιμάνι της Ελευσίνας. Ήδη από τον περασμένο Μάιο, από το βήμα του Συνεδρίου του «Economist», ο έμπειρος, παλιός διπλωματικός σύμβουλος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Τζον Συτιλίδης προειδοποιούσε: «Μην παίρνετε ως δεδομένο στην Ελλάδα ότι ο Πειραιάς θα καταστεί το τελικό λιμάνι του εμπορικού διαδρόμου IMEC από την Ινδία. Διότι κινούμαστε στην πράξη προς αποσύνδεση των ΗΠΑ από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας και, συνεπώς, θα δούμε ενδεχομένως προβληματισμό από την Ουάσινγκτον για τον Πειραιά, ο οποίος ελέγχεται από την κινεζική COSCO».
Ισχυροί πυλώνες
Με φόντο τις εξελίξεις στο εμπόριο και στις επενδύσεις, η ελληνοϊνδική οικονομική σχέση φαίνεται ότι δεν περιορίζεται στην ανταλλαγή προϊόντων. Αντιθέτως, αποκτά σταδιακά χαρακτηριστικά ευρύτερης γεωοικονομικής συνεργασίας, όπου οι μεταφορές, η ναυτιλία, οι υποδομές και οι διεθνείς διάδρομοι θα παίξουν καθοριστικό ρόλο, απαντώντας όχι μόνο στο «τι εξάγεται», αλλά στο «πώς και από πού περνούν οι ροές» μεταξύ Ινδίας και Ευρώπης.
Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο εντάσσεται και ο οικονομικός διάδρομος Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης (IMEC), ο οποίος θεωρείται ένας από τους φιλόδοξους γεωοικονομικούς σχεδιασμούς των τελευταίων ετών. Ο διάδρομος φιλοδοξεί να επανακαθορίσει τις διαδρομές μεταφοράς εμπορευμάτων, ενέργειας και δεδομένων μεταξύ Ασίας και Ευρώπης, μειώνοντας τον χρόνο και το κόστος μεταφοράς και δημιουργώντας έναν εναλλακτικό άξονα διασύνδεσης.
Για την Ελλάδα, ο IMEC αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική της επιδίωξη να αποτελέσει βασική πύλη εισόδου της Ινδίας προς την ευρωπαϊκή αγορά. Κρίσιμος συνδετικός κρίκος του διαδρόμου είναι η ναυτιλία, αλλά και τα ελληνικά λιμάνια, τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν ως ευρωπαϊκοί κόμβοι των νέων διαδρομών. Αλλωστε, το ενδιαφέρον ινδικών επιχειρηματικών ομίλων για συμμετοχή σε λιμενικές υποδομές στην Ελλάδα εντάσσεται στη λογική της δημιουργίας αξιόπιστων τερματικών σημείων που θα συνδέουν θαλάσσιες και χερσαίες μεταφορές.
Πέρα από τις εμπορικές και μεταφορικές ροές, ο τουρισμός αναδεικνύεται σε έναν από τους πιο δυναμικούς άξονες των σχέσεων Ελλάδας – Ινδίας. Η Ινδία αποτελεί μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές εξερχόμενου τουρισμού παγκοσμίως, με ισχυρή μεσαία τάξη και αυξανόμενο ενδιαφέρον για υπερπόντιους προορισμούς στην Ευρώπη. Καθοριστικό ρόλο στη νέα αυτή δυναμική παίζει η αεροπορική συνδεσιμότητα. Πριν από λίγες εβδομάδες πραγματοποιήθηκε η πρώτη απευθείας πτήση της ινδικής αεροπορικής εταιρείας IndiGo προς την Ελλάδα, σηματοδοτώντας την έναρξη ενός νέου κεφαλαίου στις μετακινήσεις μεταξύ των δύο χωρών. Παράλληλα, από τον Μάρτιο δρομολογείται και η έναρξη απευθείας πτήσεων από την Aegean, συνδέοντας την Αθήνα με το Νέο Δελχί και τη Βομβάη.